Το Λειβάρτζι είναι ένα χωριό που διατηρεί τη γοητεία του παρελθόντος και βρίσκεται στους πρόποδες του Ερύμανθου.

Ένα οδοιπορικό στο πανέμορφο αυτό χωριό, το ραντεβού μας εκεί με τη Βόρεια παρέα, σύνολο 72 μοτοσικλέτες που έκαναν να αναστενάξουν οι σούβλες. Υποδοχή με τσίπουρο και παραδοσιακό χαλβά με σιμιγδάλι, σε μια όμορφη πλατεία με τις πηγές του Ερύμανθου του Λειβαρτζιότη, να κυλούν δίπλα μας. Ένα καθαρά ιστορικό χωριό, που φιλοξένησε τόσο κόσμο, ανοίγοντας τις πόρτες του παλιού σχολείου (Λαογραφικό μουσείο πλέον), όπου και στήσαμε τις σκηνές, με σεβασμό.
Το βράδυ ένα γλέντι με όλα όσα, θα πρέπει να έχει κάθε χωριό, κοκορέτσι, αρνί σούβλας, λουκάνικο κλπ. σωστά τα στερεοφωνικά  μηχανήματα, δίχως να στριγκλίζουν έβγαζαν ωραίο ήχο κάνοντας την βραδιά μας μια από τις ωραιότερες για φέτος. Φίλοι που ανταμώνουμε σε κάθε συγκέντρωση, που δημιουργεί ο Πασχάλης, και φίλοι από το Facebook που γνωριζόμαστε από κοντά. Καθαρές εκδηλώσεις δίχως γκρίνια και λόγια, αυτές είναι οι εκδηλώσεις των Βορείων, όπου ακολουθούν και κάποιοι από τον Νότο.
Με την ευκαιρία αυτή γράψαμε κάτι παραπάνω χιλιόμετρα στην περιοχή προσπαθώντας να βρούμε γεφύρια και παλιά ξεχασμένα ξωκλήσια.

ΑΠΟΦΑΣΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ Ή ΘΑΝΑΤΟΥ

Όταν μετά την αποτυχημένη μάχη των Τρικόρφων της Μαντινείας όλοι είχαν αποθαρρυνθεί κι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου κρύβονταν στις σπηλιές και τα δάση, πρώτοι που ακολούθησαν τον Κολοκοτρώνη κι αποφάσισαν ν’ αντισταθούν στον Ιμβραήμ, ήταν ο γιος του Γενναίος κι οι Α. Λόντος, Δ. Πλαπούτας, Ν. Πετιμεζάς και Γ. Λεχουρίτης.

Διακήρυξε τότε ο Κολοκοτρώνης το περίφημο σύνθημα του

ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΕΝΟΥΣ

Κι ανέθεσε την εφαρμογή του στο δυτικό Τμήμα της Καλαβρυτινής επαρχίας στο Γ. Λεχουρίτη. Αυτό επιβεβαιώνει κι η πιο κάτω Προκήρυξη

«Ημείς οι υπογεγραμμένοι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί των τεσσάρων σημαντικών χωρίων του τμήματος Λιβαρζίου πληροφορηθέντες την επιστροφή του Ιμβραήμ εις Τριπολιτζάν και σκεπτόμενοι ότι πιθανόν να εκστρατεύση αιφνιδίως και αύθις εις την επαρχίαν μας και να λεηλατήσει και το υπόλοιπον αυτής, ως και εις άλλας επαρχίας έπραξεν και περί πλέον βλέποντες ότι εάν κάμη αυτό το κίνημα θέλει είναι εις κίνδυνον και η ζωή και η τιμή και η περιουσία μας, και μη έχοντες καιρόν να προσακουσθώμεν με τους γενικούς αρχηγούς μας μήτε άλλον τρόπον ικανόν καν να ασφαλίσωμεν και την ζωήν των αδυνάτων μας, συμφωνούμεν λέγω ημείς τα τέσσερα χωρία Λιβάρτζι, Λεχούρι, Κέρτεζη και Σοπωτόν να κινηθούμεν πρώτοι δια πάνδημον Εκστρατείαν : σύμφωνα και με την οδηγίαν του αρχηγού της επαρχίας μας κυρίου Ανδρέα Ζαΐμη, με απόφασιν να θανατωθώμεν όλοι παρά ν’ αφήσωμεν τους αράπηδες να πατήσουν την γη μας, να σκλαβώσουν την αδυναμία μας και να μας αφανίσουν… Αυτήν δε την απόφασιν δίχως προσωποληψίες κι εν ανάγκη και με τους σκληρότερους τρόπους θα εφαρμόσωμεν. Κι αυτό το παράδειγμα μας ελπίζομεν και ευχόμεθα να το μιμηθούν και τα λοιπά τμήματα και αι άλλαι επαρχίαι. Και επικαλούμενοι την θείαν βοήθειαν υπογραφομέθα.

 Τη α’ Οκτωβρίου 1825, Λιβάρτζι

 Οι Λιβαρτζινοί. Οι Κερτεζίται. Οι Λεχουρίται. Οι Σοπωτινοί

 Και ο εκ του χωρίου Δροβολοβού Αντώνιος Τζούνης»

Το χωριό, που σήμερα αποτελεί διαμέρισμα του Δήμου Καλαβρύτων, στη νότια πλευρά τ’ Ερύμανθου. Για τ’ όνομά του πολλές συγκρούονται ερμηνείες. Μα πιο κοντά στην αλήθεια, φαίνεται να βρίσκεται εκείνη που μιλά για σλαβική ρίζα κατάλοιπο της καθόδου των Σλάβων, τον 6ο αιώνα ως το Ταίναρο. Τόπος τραχύς, μα όμορφος, πράσινος και πολύπηγος.

Εκατό δράμια χώμα, σ’ αγγέλου φούχτα, δυο σκαλιά από το Θεό. Χαμένη κοιλάδα, που δειλά ξανοίγεται προς το καμπί τ’ Ελουκού, όπου άκουσε κι εκεί ο Παυσανίας, τα ψάρια να μιλούν. Υψόμετρο γύρω στα οκτακόσια πενήντα, αγγίζει τα χίλια μέτρα με τα ψηλότερα σπίτια του, κι ακόμη ψηλότερα στα δροσερά βοσκοτόπια και μαντριά των Βαρικών, βόρεια προς τη Βλασία και Δυτικά, στο διάσελο τ’ Αγίου Κωνσταντίνου, που φέρνει στη Μορόχοβα και στο Μνημείο της Μονής του Πορετσού.

Οι απαρχές του, Ιστορικά, χάνονται στους θρύλους και στους ψίθυρους των Μύθων. Όμως είναι νωπή η μαρτυρία του καθηγητή, λογοτέχνη, μεγάλου πνευματικού τέκνου του χωριού, Θεόδωρου (Λάκη) Κωνσταντίνου, πως στο «Κάστρο» – ένας τριγωνικός λόφος, πάνω από την «πηλαλίστρα» στη διασταύρωση του δρόμου, – δεξιά προς το Λεχούρι – βρέθηκε διπλούς πέλεκυς. Κι είναι γνωστό πως ο Λάκης Κωνσταντίνου, καταγινόταν σοβαρά και ουσιαστικά με την αρχαιολογία και τα ευρήματα – το μαρτυρά κι η σημαντικότατη και πλουσιότατη συλλογή που δώρισε στη Μονή της Αγίας Λαύρας – Ας το θυμάται αυτό και ο Δήμος και ο εκάστοτε Δήμαρχος: O Λειβαρτζινός είναι Δύσκολος, εσωστρεφής, δωρικός στο κέλυφος μα Ιονικού και Κορινθιακού ρυθμού στις πτυχές του ψυχικού και του συναισθηματικού του Κόσμου.

Με τον έξω κόσμο, το Χωριό επικοινωνεί από τ’ ανατολικά με τα Καλάβρυτα, μέσω τ’ αμαξωτού Καλαβρύτων – Πριόλιθου – Τριποτάμων (Ψωφίδας) π’ ανοίχθηκε το 1936. Πριν είκοσι χρόνια, ο νέος δρόμος Αθήνας – Κορίνθου Τρίπολης, μέσω της σήραγγας Αρτεμισίου, που από τον κόμβο Νεστάνης οδηγεί στην 111 οδό Τρίπολης – Πάτρας, συντόμευσε κατά μιάμιση ώρα τη διαδρομή Αθήνας –Λειβαρτζίου, χωρίς να μειώσει τα χιλιόμετρα. Και από τις δυο κατευθύνσεις τα χιλιόμετρα είναι (245) περίπου.

Ο επισκέπτης, μετά από πανέμορφη διαδρομή, όποιο δρόμο και αν ακολουθήσει, βρίσκεται στο χωριό χωρίς να καταλάβει από πού μπήκε σε αυτό. Χωριό «που έμπα έχει, έβγα δεν έχει» και γι αυτό δεν τουρκοπατήθηκε και υπερηφανεύεται πως -κι- απ’ αυτό ξεκίνησε η Επανάσταση του ’21: με τη δολοφονία των Τούρκων φοροεισπρακτόρων, από τον Ξαντάκη Τομαρά. Το χωριό, «έβγα» δεν έχει. Δεν έχει κι ορίζοντα. Μοναχά έναν βαθύ ουρανό που κοιτούσε ο Λειβαρτζινός, σαν στερνή καταφυγή της ψυχής του, αυτός που από άλλους τόπους, συνήθως κυνηγημένος, έφθανε κει να σπείρει και καημούς κι ελπίδες. Ο τελευταίος «εποικισμός» του χωριού, γίνηκε με την πτώση του Μυστρά (1460) στους Τούρκους. Τότε τ’ αρχοντολόι και, πιθανότατα, ένα αδέλφι του Παλαιολόγου, ο     Δημήτριος,   κατέφυγαν στο Λειβάρτζι. Κι ορθώθηκαν Πύργοι και αρχοντικά, και παρασπίτια και καλύβια, κι αναπτύχθηκαν, καθόλου παράδοξα, κάστες και τάξεις, που συνεπήρε και σάρωσε ο εμφύλιος, ιδιαίτερα με το β΄ γύρο του, που έβγαλε το χωριό, ρημάδι από αυτή τη τραγωδία. Μεγάλα πνεύματα, δάσκαλοι και ιστορικοί, Λέλος, Πορετσάνος, Δουδούμης, τα περιγράφουν στα βιβλία τους .

Η φτώχεια και η δυστυχία εξωθούν πάντα σε μεγάλα άλματα. Και τούτο δεν τα αρνήθηκε η Λειβαρτζινή Καρδιά. Φτερούγισε μακριά και δάμασε τον έξω κόσμο. Τον Μέγα. Κι επέστρεψε στην πατρώα γη το μερδικό που της ανήκε: την Ευεργεσία. Πάμπολλοι οι ευεργέτες και πολυύμνητοι: Σπηλιωτάκης, Τσαβλήρης, Κωνσταντίνου, Σταμάτης, Ραβαζούλα, Μέγαρη, Ανδρόπουλος. Ονόματα υποδείγματα, Χαρακτήρες προς παραδειγματισμό ενός χωριού, που υποδέχεται ακόμη το Σήμερα, φιλόξενα, αλλά και με επιφυλακτικότητα, για τα δώρα του.

Γνωρίστε μας. Αξιολογήστε μας. Θα μας ξανάρθετε, γιατί δεν ξέρουμε από υποκλίσεις, αλλά απλώνουμε με θέρμη και τα δυο μας χέρια, προσφέροντας και αποζητώντας, τα δώρα της επικοινωνίας: Την κατανόηση, τη συγκατάβαση, τον επικονιασμό, μιας μακραίωνης ανταλλαγής, επιλογής, αποδοχής ή και απόρριψης πολιτισμικών στοιχείων, όχι μόνο από τον Εθνικό χώρο, αλλά και όμορες εθνότητες και πολιτισμούς.

Το οικιστικό περιβάλλον, η αρχιτεκτονική του Λειβαρτζινού οικήματος, η δομή, αλλά και η δόμηση, προσομοιάζουν αφενός μεν προς την παραδοσιακή πελοποννησιακή, αλλά τ’ απομεινάρια των υψηλών πύργων, προδίδουν μανιάτικη επιρροή, αν και διαφαίνεται, από τη διασπορά και τα παράσπιτα, συμπληρωματικά μιας αμυντικής οργάνωσης κτίσματα, μια φεουδαρχικής καταβολής επίδραση. Οι Φράγκοι του Μυστρά και τα Δεσποτάτα δεν ήσαν μακριά από το Λειβάρτζι. Η χρήση της πέτρας, ο τρόπος του κτισίματος της, το δέσιμό της με το ξύλο – αντισεισμικό στοιχείο – η δημιουργία της λάσπης με την προσθήκη αυγών, μαρτυρά μια βορειοηπειρωτική καταβολή, που επιβεβαιώνεται όχι μόνο από γραπτά και φωτογραφίες, αλλά και την ιστορία και την επωνυμία υπαρχουσών οικογενειών.

Οι κτιστάδες ζωογόνησαν ιδιαίτερα μετά το ‘21 το χωριό, που γνώρισε άνθιση, είτε από την μετανάστευση και το συνάλλαγμά της, είτε από τη δραστηριοποίηση των μονίμων, με το εμπόριο, την κτηνοτροφία, τον καπνό. Η οικονομική ανάπτυξη δεν αποχωρίστηκε της συντηρητικής αντίληψης και θεώρησης της ζωής και του κόσμου, άμυνα στις αντιξοότητες του τόπου, που ευνόησε την διατήρηση έντονου του θρησκευτικού συναισθήματος, με βαθιές ρίζες στην Βυζαντινή του έκφραση. Το μέτρο της ψαλμωδίας και η εκφορά του λόγου το καταμαρτυρούν, όπως και η τεχνοτροπία των αγιογραφιών που κοσμούν τις εκκλησίες του χωριού. Η αγιογράφηση του μητροπολιτικού Ναού του Αγ. Γεωργίου είναι πρόσφατη κι είναι έργο του Λειβαρτζινού Αντώνη Φράγκου. Όποιος επισκεφτεί τις παλαιότερες: Αγία Τριάδα, στα Θουγέϊκα, το Μοναστήρι της Αγίας Τριάδας και τον Άγιο Θεόδωρο θα εκπλαγεί από τη ναΐφ, λαϊκή εικονογράφηση, που επικράτησε μετά την παλαιολόγια εποχή, σε αντίθεση με την καθαρά βυζαντινή έκφραση των κινητών εικόνων, οι περισσότερες αφιερώματα μιας ανώτερης τάξης, που η άνοδος του αστισμού στις αρχές του 20ού αιώνα, εξαφάνισε.

Ταυτόχρονα εξαφανιστήκαν οι ταμπακόμυλοι, οι νερόμυλοι και, αργότερα, τα άλογα, οι όνοι και οι ημίονοι. Τα πάνω από δέκα μαγαζιά του χωριού, καφενέδες και εμπορικά ταυτόχρονα, περιορίστηκαν σε τρία σήμερα. Μεταφερθήκαν από το Λειβάρτζι οι έδρες του Ταχυδρομείου, του Αστυνομικού Σταθμού, ενώ μια σειρά τραγικών συγκυριών στέρησε το χωριό της πολυκλινικής – χειρουργικής – του ιατρού Γ. Θούα, που στεγαζόταν στο κηρυγμένο ως διατηρητέο σήμερα πολυώροφο οίκημά του, επιβλητικό δείγμα ενός παρελθόντος μεγαλείου πολιτισμού και αντίληψης. Το κτίριο αυτό, μαζί με το Σχολείο, αποκαλύπτει την Δωρικής καταγωγής Λειβαρτζινή φιλοκαλία.

Αυτή την φιλοκαλία, ο Σύλλογος Λειβαρτζινών Αθήνας, από τους αρχαιοτέρους της Επαρχίας Καλαβρύτων (1957), προσπαθεί να αναδείξει, διασώσει και διαδώσει, με τη δημιουργία, στο Σχολείο, ενός Κέντρου Λαογραφίας και Λειβαρτζινής Παράδοσης, όπου θα βρουν στέγη λαογραφικές μαρτυρίες από όλο τον εθνικό χώρο και, ταυτόχρονα, θα αναπαρασταθεί ένα Λειβαρτζινό σπίτι, του οποίου η όλη ατμόσφαιρα παρέμεινε επί αιώνες αδιατάρακτη, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Στο ίδιο αυτό Κέντρο, καταβάλλονται προσπάθειες να μεταστεγασθεί η βιβλιοθήκη του Συλλόγου, με πάνω από (2000) τόμους, ώστε το Σχολείο να αποτελέσει την κορωνίδα της Λειβαρτζινής πολιτιστικής έκφρασης, με την ταυτόχρονη έκθεση, σε μια από τις αίθουσές του, δειγμάτων μιας θαυμαστής, πράγματι, Λειβαρτζινής υφαντικής τέχνης και τεχνικής.

Για τις προσπάθειες και επιδιώξεις του Συλλόγου, απόδειξη αποτελεί το «Λεύκωμα» που κυκλοφόρησε το 2004, με το οποίο αποδεικνύονται όλα όσα έχουμε παραθέσει. Καλώς ήλθατε στο χωριό μας. Ζητήστε το Λεύκωμα του Συλλόγου. Η εισαγωγή του γιατρού Θεόδωρου Λέλου, θα επιβεβαιώσει εναργέστατα όλα τα παραπάνω. Ελπίζουμε σύντομα να μπορέσετε να παραμείνετε στον ξενώνα μας, που τώρα μπαίνουν οι βάσεις δημιουργίας του.

Απόσπασμα από

το Δ.Σ.  του Συλλόγου

Σας ευχαριστεί και επιζητεί τις κρίσεις , απόψεις, επισημάνσεις, διορθώσεις και συμπληρώσεις σας.